ψυχολόγος
ουσιαστικό1. Επαγγελματίας που μελετά, αξιολογεί και παρέχει ψυχολογική υποστήριξη, συμβουλευτική ή ψυχοθεραπεία σε άτομα ή ομάδες με σκοπό τη βελτίωση της ψυχικής λειτουργίας, της συμπεριφοράς και της συναισθηματικής ευεξίας.
Συνώνυμα
ψυχίατρος ψυχοθεραπευτής ψυχαναλυτής θεραπευτής σύμβουλος συμβουλευτής αναλυτής ψυχοπαιδαγωγός ιατρός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ψυχολόγος μου με βοήθησε να διαχειριστώ το άγχος.
- Ο ψυχολόγος του σχολείου οργάνωσε ενημερωτική συνάντηση για τους γονείς.
- Συνάντησα έναν ψυχολόγο για αξιολόγηση μετά το ατύχημα.
- Οι ψυχολόγοι του πανεπιστημίου δημοσίευσαν νέα έρευνα στην επιστήμη της συμπεριφοράς.
- Ο ψυχολόγος ερμήνευσε τα αποτελέσματα των τεστ και σύστησε θεραπεία.