ψεύτης
ουσιαστικόΆτομο που διατυπώνει σκόπιμα ή επανειλημμένα αναληθείς δηλώσεις, παρουσιάζοντας πληροφορίες που δεν συμφωνούν με την πραγματικότητα, συχνά με σκοπό την παραπλάνηση ή την εξαπάτηση.
Συνώνυμα
ψευδολόγος ψευδομάρτυρας ψευτάκος ψεύταρος απατεώνας απατητής παραπλανητής ψευδής υποκριτής διπρόσωπος μαϊμού ψευτομάγκας ψευδοπροφήτης
Αντώνυμα
ειλικρινής αληθής αληθινός έντιμος τίμιος αληθέστατος ειλικρινέστατος ευθύς ακέραιος διάφανος ανοιχτόκαρδος
Παραδείγματα χρήσης
- Μην τον πιστεύεις — είναι ψεύτης.
- Το παιδί αποδείχτηκε ψεύτης όταν αποκαλύφθηκαν τα ψέματά του.
- Οι πολιτικοί αποδείχτηκαν ψεύτες σε πολλές υποσχέσεις.
- Μου φώναξαν «ψεύτης!» όταν αρνήθηκα την κατηγορία.
- Δεν εμπιστεύομαι ανθρώπους που λένε συνέχεια ψέματα — αποφεύγω τους ψεύτες.