ψήφος
ουσιαστικό1. Έκφραση δημόσιας ή μυστικής επιλογής μεταξύ εναλλακτικών προτάσεων ή υποψηφίων, που καταμετράται σε εκλογικές ή συλλογικές διαδικασίες.
2. Καταγεγραμμένο ή παραδοθέν έγγραφο, ψηφιακή ένδειξη ή σύμβολο που αντιστοιχεί στην επιλογή ενός εκλογέα.
Συνώνυμα
σταυρός σταυράκι φωνή συγκατάθεση έγκριση υποστήριξη ψηφοδέλτιο ψήφισμα βότσαλο ψηφοφορία εκλογή ψηφοφόρος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έδωσε την ψήφο του στον υποψήφιο για δήμαρχο.
- Οι ψήφοι στη Βουλή υπερψήφισαν το νομοσχέδιο.
- Η κυβέρνηση ζήτησε ψήφο εμπιστοσύνης.
- Κάθε πολίτης έχει μία ψήφο στις δημοκρατικές εκλογές.
- Η θετική ψήφος της προέδρου έγειρε την πλάστιγγα υπέρ της πρότασης.