χειρουργική

ουσιαστικό

1. Ιατρικός κλάδος που ασχολείται με την πρόληψη, διάγνωση και θεραπεία παθήσεων ή τραυμάτων μέσω εφαρμογής χειρουργικών επεμβάσεων και ειδικών τεχνικών.

Συνώνυμα

εγχείρηση επέμβαση χειρουργείο επεμβατική ιατροχειρουργική

Αντώνυμα

συντηρητική μη-επεμβατική φαρμακευτική θεραπευτική

Παραδείγματα χρήσης

  • Σπούδασε χειρουργική στο πανεπιστήμιο και εξειδικεύτηκε στους τραυματισμούς.
  • Η χειρουργική επέμβαση στην καρδιά πραγματοποιήθηκε χωρίς επιπλοκές.
  • Η χειρουργική απαιτεί λεπτότητα, υπομονή και σταθερό χέρι.
  • Η ομάδα μετέφερε τον ασθενή στη χειρουργική κλινική για άμεση φροντίδα.
  • Η πρόοδος της χειρουργικής έχει σώσει πολλούς ασθενείς.