χείλος
ουσιαστικό1. Το μαλακό ορατό όριο του στόματος που περιβάλλει το άνοιγμα του και συμμετέχει στη λήψη τροφής, στην άρθρωση και στις εκφράσεις του προσώπου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το παιδί βρέθηκε με σκισμένο το χείλος.
- Γέμισε το ποτήρι μέχρι το χείλος.
- Πλησίασε επικίνδυνα το χείλος του γκρεμού.
- Το χείλος του βάζου ήταν διακοσμημένο με χρυσή γραμμή.
- Το χείλος της ορχιδέας ξεχώριζε με έντονο χρώμα.