χασούρα
ουσιαστικό1. Απώλεια οικονομικού ποσού, κέρδους ή αξίας που προκαλείται από ζημία, κακή συναλλαγή ή αποτυχία.
2. Μείωση ωφελειών ή αποτέλεσμα που αποδίδει λιγότερο από το αναμενόμενο, προκαλώντας ζημία ή μειονέκτημα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εταιρεία κατέγραψε μεγάλη χασούρα το τρίμηνο.
- Το στοίχημα του είχε φέρει μόνο χασούρα.
- Ήταν πραγματική χασούρα χρόνου να περιμένουμε τόσες ώρες.
- Η συμφωνία αποδείχτηκε χασούρα για τους μικροεπιχειρηματίες.
- Με τις καθυστερήσεις έχουμε χασούρα ευκαιριών.