χαλαρωτικός
επίθετοΠου προκαλεί ή διευκολύνει την απόσπαση της έντασης και του άγχους, μειώνοντας την ψυχική ή σωματική ένταση.
Συνώνυμα
ηρεμιστικός καταπραυντικός γαληνευτικός χαλαρός ήρεμος γαληνιός υπνωτικός ξεκουραστικός αναζωογονητικός ανακουφιστικός παρηγορητικός καθησυχαστικός κουλ
Αντώνυμα
ανατριχιαστικός εκνευριστικός διεγερτικός αγχωτικός νευρικός αναστατωτικός έντονος ταραχώδης κουραστικός ερεθιστικός ανησυχητικός αφυπνιστικός τρομακτικός περιοριστικός
Παραδείγματα χρήσης
- Η χαλαρωτική μουσική με βοήθησε να κοιμηθώ.
- Ο χαλαρωτικός ήχος των κυμάτων με ηρέμησε.
- Προτίμησα ένα χαλαρωτικό μπάνιο με αρωματικά έλαια.
- Έκανα ένα χαλαρωτικό μασάζ μετά από μια κουραστική εβδομάδα.
- Οι χαλαρωτικές ασκήσεις διατάσεων είναι ιδανικές πριν τον ύπνο.