φρενάρισμα
ουσιαστικόΕνέργεια με την οποία μειώνεται η ταχύτητα ενός κινούμενου οχήματος, μηχανήματος ή αντικειμένου μέχρι να σταματήσει ή να επιβραδυνθεί αισθητά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το φρενάρισμα του αυτοκινήτου ήταν απότομο και μας ταρακούνησε.
- Το ξαφνικό φρενάρισμα απέφυγε μια σύγκρουση.
- Το φρενάρισμα σε βρεγμένο δρόμο χρειάζεται μεγάλη προσοχή.
- Ο οδηγός πάτησε δυνατά το φρενάρισμα και το όχημα σταμάτησε αμέσως.
- Η συνεχής ανησυχία λειτουργεί ως φρενάρισμα στην πρόοδό του.