φονικός
επίθετοΠου μπορεί να προκαλέσει τον θάνατο ή να έχει θανατηφόρα αποτελέσματα.
Συνώνυμα
θανάσιμος θανατηφόρος θανατικός ολέθριος δολοφονικός ανθρωποκτόνος καταστροφικός εξοντωτικός θανατώδης αιματηρός σφοδρός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο φονικός σεισμός άφησε πίσω του μεγάλες καταστροφές.
- Η αστυνομία ερευνά το φονικό όπλο που βρέθηκε στο σημείο.
- Το καλοκαίρι εκείνο ο καύσωνας ήταν πραγματικά φονικός.
- Η φονική επίθεση προκάλεσε πανικό στους κατοίκους.
- Ο αθλητής έκανε ένα φονικό χτύπημα στο τέλος του αγώνα.
- Η φονική έκρηξη συγκλόνισε ολόκληρη την πόλη.