φαξ

ουσιαστικό

1. Μηχάνημα ή συσκευή που σαρώνει έντυπα έγγραφα και τα μεταδίδει τηλεφωνικά ή ηλεκτρονικά σε απομακρυσμένο δέκτη, όπου αναπαράγονται σε έντυπη μορφή.

Συνώνυμα

τηλεομοιοτυπία φαξόγραμμα τηλεφάξ φαξάκι τηλεομοιότυπο τηλετυπία τηλεγράφημα έγγραφο έντυπο

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το φαξ στο γραφείο δεν λειτουργεί σήμερα.
  • Έστειλα ένα φαξ στον προμηθευτή χθες το απόγευμα.
  • Περίμενα ένα φαξ με τα ιατρικά αποτελέσματα.
  • Παλιότερα στέλναμε συμβόλαια με φαξ, όχι με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο.
  • Θα βάλω χαρτί στο φαξ και θα το ενεργοποιήσω.