φαντασίωση
ουσιαστικό1. Εσωτερική νοητική εικόνα ή σύνολο εικόνων και σεναρίων που δημιουργούνται από τη φαντασία, ανεξάρτητα από την πραγματικότητα, και χρησιμεύουν για ψυχική απόδραση, προβολή επιθυμιών ή δημιουργική σκέψη.
Συνώνυμα
φαντασία φαντασίωμα ονειροπόληση όραμα ψευδαίσθηση αυταπάτη ουτοπία οραματισμός παραισθήση όνειρο παραμύθι εξιδανίκευση μύθος
Αντώνυμα
πραγματικότητα αλήθεια ρεαλισμός βεβαιότητα πραγματοποίηση υλοποίηση επιβεβαίωση λογική πραγματικότης
Παραδείγματα χρήσης
- Η φαντασίωση του παιδιού για μια χώρα με ζαχαρένια σπίτια το ενθουσίαζε.
- Στη συνεδρία, ο ψυχοθεραπευτής αναφέρθηκε στη φαντασίωση που επανέρχεται στα όνειρά του.
- Πολλοί χαρακτήρες στο βιβλίο ζουν μέσα σε μια διαρκή φαντασίωση και αγνοούν την πραγματικότητα.
- Η φαντασίωση ότι θα γίνουμε ξαφνικά πλούσιοι τις περισσότερες φορές καταλήγει σε απογοήτευση.
- Στο ενήλικο μυθιστόρημα περιγράφεται μια έντονη σεξουαλική φαντασίωση που αλλάζει την πορεία της ιστορίας.