φαίνεται
ρήμα1. Εμφανίζεται οπτικά ή γίνεται αντιληπτό με την όραση, ώστε κάτι να είναι ορατό ή να διακρίνεται.
2. Δίνει την εντύπωση ή προβάλλει την εκτίμηση ότι κάτι ισχύει, με βάση ενδείξεις, παρατηρήσεις ή προσωπική αίσθηση, χωρίς απόλυτη βεβαιότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αποδεικνύεται είναι βεβαιώνεται επιβεβαιώνεται όντως διαπιστώνεται καταρρίπτεται διαψεύδεται αντικρούεται αναιρείται ξεκαθαρίζεται
Παραδείγματα χρήσης
- Από το παράθυρο φαίνεται το βουνό.
- Μου φαίνεται ότι θα βρέξει σήμερα.
- Στην έκθεση φαίνεται ότι η εταιρεία αύξησε τα κέρδη της.
- Ο λεκές στο πουκάμισο φαίνεται από μακριά.
- Από τα πρώτα αποτελέσματα φαίνεται πως οι αλλαγές απέδωσαν.