φέτα

ουσιαστικό

1. Λευκό, αλατισμένο τυρί ελληνικής προέλευσης, παρασκευασμένο κυρίως από πρόβειο γάλα ή μείγμα πρόβειου και κατσικίσιου, με θρυμματιστή υφή και χαρακτηριστική αλμυρή, πικάντικη γεύση, που συντηρείται σε άλμη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η φέτα είναι παραδοσιακό ελληνικό τυρί.
  • Κόψε μια φέτα ψωμιού για μένα.
  • Η φέτα που έκοψες από το κέικ είναι πολύ μεγάλη.
  • Αγόρασαν μια φέτα γης δίπλα στο ποτάμι.
  • Θα πάρει τη μεγαλύτερη φέτα των κερδών.