υπόσχομαι
ρήμα1. Δηλώνω με λόγια, γραπτά ή χειρονομία ότι θα κάνω κάτι στο μέλλον ή ότι θα τηρήσω μια συμφωνία.
2. Παρέχω διαβεβαίωση ή δέσμευση για την εκπλήρωση μιας υποχρέωσης ή την τήρηση ενός λόγου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ υπόσχομαι ότι θα έρθω αύριο.
- Σας υπόσχομαι ειλικρίνεια και διαφάνεια στα έργα μας.
- Στον γιο μου υπόσχομαι να είμαι πάντα δίπλα του.
- Σου υπόσχομαι πως όλα θα πάνε καλά.
- Με το χέρι στην καρδιά υπόσχομαι να τηρήσω όσα είπα.