υπόσταση
ουσιαστικό1. Διακριτή οντότητα που διαθέτει πραγματική ύπαρξη και συγκεκριμένη ταυτότητα ή ουσία, η θεμελιώδης πραγματικότητα που καθορίζει τι είναι ένα πράγμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η υπόσταση του νομικού προσώπου αναγνωρίζεται από το κράτος.
- Η ιδέα απέκτησε υπόσταση όταν σχηματίστηκε η ομάδα εργασίας.
- Στη φιλοσοφία, η υπόσταση της ψυχής αποτελεί κεντρικό ζήτημα.
- Τα επιχειρήματά του δεν είχαν υπόσταση, γι' αυτό απορρίφθηκαν.
- Η υπόσταση της εταιρείας ως οικονομικής μονάδας καθορίζει τις φορολογικές της υποχρεώσεις.