υποχρεωτικός

επίθετο

1. Που επιβάλλεται από νόμους, κανονισμούς, οδηγίες ή συμφωνίες και πρέπει να τηρείται, χωρίς να αποτελεί προαιρετική επιλογή.

2. Που συνεπάγεται δέσμευση ή ευθύνη για πρόσωπα ή φορείς και απαιτεί συμμόρφωση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η παρουσία του μαθητή στο μάθημα ήταν υποχρεωτική.
  • Για την είσοδο στο κτίριο είναι υποχρεωτική η ταυτότητα.
  • Η φορολογική δήλωση είναι υποχρεωτική για όλους τους πολίτες.
  • Η χρήση κράνους είναι υποχρεωτική για τους μοτοσικλετιστές.
  • Η εκπαίδευση στη συγκεκριμένη διαδικασία είναι υποχρεωτική για τους νέους υπαλλήλους.