τραυματισμένος
επίθετοΠου έχει υποστεί σωματική βλάβη ή τραύμα, συνήθως ως αποτέλεσμα ατυχήματος, χτυπήματος ή άλλης επιβλαβούς ενέργειας.
Συνώνυμα
λαβωμένος τραυματίας χτυπημένος πληγωμένος θύμα άρρωστος τραυματικός καταπονημένος ακρωτηριασμένος πάσχων
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ποδοσφαιριστής έμεινε τραυματισμένος μετά τη σύγκρουση.
- Μετά το ατύχημα, ο οδηγός ήταν τραυματισμένος και χρειάστηκε βοήθεια.
- Η γιατρός εξέτασε τον τραυματισμένο άντρα στο νοσοκομείο.
- Οι τραυματισμένοι μεταφέρθηκαν αμέσως με το ασθενοφόρο.
- Το χέρι της ήταν τραυματισμένο και δεν μπορούσε να το κουνήσει.