τραγουδιστής
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που εκτελεί τραγούδι με τη φωνή, είτε επαγγελματικά είτε ερασιτεχνικά, ως σολίστ ή ως μέλος μουσικού συνόλου.
2. Άτομο που ερμηνεύει μελωδικές γραμμές και στίχους, χρησιμοποιώντας τεχνικές φωνητικής έκφρασης και σκηνικής παρουσίασης.
Συνώνυμα
τραγουδίστρια ερμηνευτής ερμηνεύτρια σολίστ χορωδός ψάλτης τραγουδοποιός βοκαλίστας τενόρος μπάσος σοπράνο μέτζοσοπράνο καλλιτέχνης μουσικός τραγουδιάρης φωνάρα βάρδος σταρ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο τραγουδιστής θα εμφανιστεί στη σκηνή στις οκτώ.
- Η νέα δισκογραφική δουλειά του τραγουδιστή έγινε αμέσως επιτυχία.
- Ο κόσμος χειροκρότησε τον τραγουδιστή μετά το τελευταίο τραγούδι.
- Πολλοί τραγουδιστές συμμετείχαν στο φεστιβάλ.
- Η αδελφή μου θέλει να γίνει τραγουδιστής όταν μεγαλώσει.