τουαλέτα
ουσιαστικό1. Χώρος ή εγκατάσταση σε κτήριο ή δημόσιο χώρο προορισμένος για την εκπλήρωση προσωπικών αναγκών υγιεινής, που συνήθως περιλαμβάνει λεκάνη, νιπτήρα και εγκαταστάσεις αποστράγγισης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πού είναι η τουαλέτα;
- Η τουαλέτα του σπιτιού μας είναι μικρή αλλά καθαρή.
- Φόρεσε μια επίσημη τουαλέτα για το γάμο.
- Πρέπει να κάνω την τουαλέτα μου πριν βγούμε.
- Το κάθισμα της τουαλέτας έσπασε και πρέπει να το αντικαταστήσουμε.