τηλεφωνώ

ρήμα

1. Καλώ κάποιον μέσω τηλεφώνου για να μιλήσω μαζί του.

2. Χρησιμοποιώ το τηλέφωνο ή το τηλεφωνικό δίκτυο για να έρθω σε επικοινωνία με άτομο, υπηρεσία ή φορέα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε πρωί τηλεφωνώ στη μητέρα μου.
  • Στη δουλειά τηλεφωνώ σε πελάτες για ενημέρωση και προγραμματισμό.
  • Για να κλείσω ραντεβού στον γιατρό, τηλεφωνώ στο ιατρείο.
  • Σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης τηλεφωνώ στο 112.
  • Τους τελευταίους μήνες τηλεφωνώ συνέχεια, αλλά σχεδόν ποτέ δεν απαντούν.