τελικά
επίρρημα1. Δηλώνει ότι κάτι συμβαίνει στο τέλος μιας διαδικασίας ή εξέλιξης, ως τελικό αποτέλεσμα ή κατάληξη.
2. Χρησιμοποιείται για να συνοψίσει ή να διατυπώσει το τελικό συμπέρασμα μετά από εξέταση ή συζήτηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τελικά, αποφάσισα να αλλάξω δουλειά.
- Η συνάντηση ακυρώθηκε, αλλά τελικά την κάναμε μέσω βίντεο.
- Νόμιζα πως θα χανόταν, όμως τελικά βρέθηκε.
- Τι τελικά θέλεις να κάνουμε;
- Ο γιατρός εξήγησε πολλές πιθανότητες, αλλά τελικά δεν χρειάζεται εγχείρηση.