ταφή
ουσιαστικό1. Διαδικασία και τελετουργία τοποθέτησης νεκρού σώματος στο έδαφος ή σε ειδικό χώρο με σκοπό την απόθεση και τη διαχείρισή του, συχνά συνοδευόμενη από θρησκευτικές ή κοινωνικές πρακτικές.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ταφή του παππού μας έγινε χθες στο κοιμητήριο.
- Οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν μια αρχαία ταφή κοντά στην ακρόπολη.
- Η ταφή έγινε σύμφωνα με το θρησκευτικό έθιμο.
- Η παράνομη ταφή απορριμμάτων στον χώρο του εργοστασίου προκάλεσε διαμαρτυρίες.
- Η ακύρωση του έργου σήμανε για πολλούς μια ταφή των ελπίδων τους.