ταυτοποίηση

ουσιαστικό

Διαδικασία με την οποία διαπιστώνεται και επιβεβαιώνεται η ταυτότητα ενός προσώπου, αντικειμένου ή στοιχείου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

αμφισβήτηση απροσδιοριστία απόρριψη

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ταυτοποίηση του χρήστη έγινε με κωδικό μιας χρήσης.
  • Χρειάζεται ταυτοποίηση στοιχείων πριν ολοκληρωθεί η εγγραφή.
  • Η αστυνομία προχώρησε στην ταυτοποίηση του αγνώστου από τα δακτυλικά αποτυπώματα.
  • Η ταυτοποίηση του δείγματος στο εργαστήριο ήταν απαραίτητη για το πείραμα.
  • Μετά την ταυτοποίηση του προσώπου, του επετράπη η είσοδος.