σύντροφοι
ουσιαστικόΆτομα που βρίσκονται μαζί σε κοινή προσπάθεια, πορεία, σχέση ή ομάδα και μοιράζονται κοινά ενδιαφέροντα ή στόχους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι σύντροφοι του ταξιδιού μου με βοήθησαν να βρω τον δρόμο.
- Στο στρατόπεδο, οι σύντροφοι μοιράζονταν τα πάντα μεταξύ τους.
- Οι παλιοί σύντροφοι του κόμματος συναντήθηκαν ξανά μετά από χρόνια.
- Τα δύο παιδιά ήταν σύντροφοι στο παιχνίδι από μικρά.
- Καλοί σύντροφοι είναι όσοι στέκονται δίπλα σου στις δύσκολες στιγμές.