σύνθετος
επίθετο1. Που αποτελείται από δύο ή περισσότερα μέρη, στοιχεία ή συστατικά που συνδυάζονται για να σχηματίσουν ένα ενιαίο σύνολο.
Συνώνυμα
πολύπλοκος περίπλοκος πολυσύνθετος πολύπλευρος πολυδιάστατος πολυεπίπεδο δύσκολος δαιδαλώδης συνθετικός συνδυαστικός συμπλεγμένος συγκεχυμένος μπερδεμένος μπλεγμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η λέξη «αεροπλάνο» είναι σύνθετη.
- Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε είναι σύνθετο και απαιτεί βαθύτερη ανάλυση.
- Ο αριθμός 12 είναι σύνθετος αριθμός.
- Η χημική ένωση αυτή είναι σύνθετη και αποτελείται από πολλά στοιχεία.
- Το ηλεκτρονικό σύστημα είναι σύνθετο και χρειάζεται εξειδικευμένη συντήρηση.