σωματικός

επίθετο

1. Που αναφέρεται στο σώμα ή αφορά το σώμα ως φυσικό οργανισμό.

2. Που εκδηλώνεται στο σώμα με αισθητά ή μετρήσιμα σημάδια ή λειτουργίες.

Συνώνυμα

φυσικός υλικός σαρκικός βιολογικός οργανικός σάρκινος σωματοειδής χειροπιαστός σωματώδης σωματοποιητικός

Αντώνυμα

πνευματικός ψυχικός άυλος ψυχιατρικός σπλαχνικός νοητικός μεταφυσικός πνευματοκρατικός νοησιακός

Παραδείγματα χρήσης

  • Η σωματική άσκηση βελτιώνει την αντοχή και τη διάθεση.
  • Ο ασθενής είχε σωματικό τραύμα μετά το ατύχημα.
  • Κάθε οργανισμός αποτελείται από σωματικά κύτταρα και γαμέτες.
  • Η σωματική τιμωρία στα σχολεία είναι απαγορευμένη.
  • Η έλλειψη σωματικής επαφής μπορεί να επηρεάσει την ψυχική υγεία.