σχηματίζομαι
ρήμα1. Παίρνω μορφή ή σχήμα, διαμορφώνομαι ως αποτέλεσμα διαδικασίας ή μεταβολής.
2. Συγκροτούμαι σε σύνολο, ομάδα ή διάταξη από επιμέρους στοιχεία ή άτομα.
3. Προκύπτω από συνένωση, συσσώρευση ή ανάπτυξη στοιχείων, ιδεών ή δομών.
Συνώνυμα
διαμορφώνομαι συγκροτούμαι συγκεντρώνομαι καταρτίζομαι ιδρύομαι δημιουργούμαι συντίθεμαι γίνομαι συλλαμβάνομαι απογίνομαι εξελίσσομαι αναπτύσσομαι εμφανίζομαι παρουσιάζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κατά τις σπουδές μου, σχηματίζομαι σταδιακά ως επιστήμονας με κριτική σκέψη.
- Μέσα από τις συζητήσεις και την έρευνα, σχηματίζομαι και οι απόψεις μου γίνονται πιο τεκμηριωμένες.
- Μέσα από την καθημερινή εξάσκηση, σχηματίζομαι νέες ικανότητες και συνήθειες.
- Στο περιβάλλον της οικογένειας, σχηματίζομαι ως μέλος μιας κοινότητας αξιών.
- Αν σχηματίζομαι υπό πίεση, οι αποφάσεις μου είναι πιο επιπόλαιες.