συσχέτιση
ουσιαστικό1. Σχέση ή σύνδεση μεταξύ δύο ή περισσότερων μεγεθών, ιδιοτήτων ή φαινομένων, κατά την οποία οι μεταβολές του ενός συνοδεύονται από συστηματικές μεταβολές του άλλου, χωρίς αυτό να υποδηλώνει απαραίτητα αιτιώδη σχέση.
Συνώνυμα
σύνδεση σχέση αντιστοιχία αντιστοίχιση εξάρτηση συμμεταβολή συνδιακύμανση αναλογία συγγένεια συμπτωματικότητα συνάφεια αλληλεξάρτηση συνεξάρτηση αλληλεπίδραση συνάρτηση δεσμός συνδεσιμότητα σύγκριση διασύνδεση αιτιότητα ομοιότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συσχέτιση μεταξύ καπνίσματος και καρκίνου του πνεύμονα είναι καλά τεκμηριωμένη.
- Μια ισχυρή συσχέτιση δεν αποδεικνύει απαραίτητα αιτιώδη σχέση.
- Στην αναφορά περιγράφεται η συσχέτιση των καιρικών δεδομένων με την απόδοση των καλλιεργειών.
- Δεν βρήκαμε συσχέτιση ανάμεσα στην ηλικία των καταναλωτών και την προτίμησή τους για το προϊόν.
- Η συσχέτιση των λέξεων στο κείμενο υποδηλώνει θεματική συγγένεια.