συμπολίτης

ουσιαστικό

Άτομο που έχει την ίδια υπηκοότητα ή ανήκει στην ίδια πόλη, χώρα ή κοινότητα με κάποιον άλλο.

Συνώνυμα

συνδημότης πολίτης αστός συμπατριώτης ντόπιος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε συμπολίτης έχει δικαίωμα να εκφράζει τη γνώμη του.
  • Ο νέος συμπολίτης μας συμμετέχει ενεργά στις δράσεις της γειτονιάς.
  • Βοήθησε έναν ηλικιωμένο συμπολίτη να περάσει τον δρόμο.
  • Οι συμπολίτες μας πρέπει να συνεργάζονται για το κοινό καλό.
  • Ως συμπολίτες, οφείλουμε να σεβόμαστε τους νόμους.