στενόμυαλος

επίθετο

Που έχει περιορισμένη νοητική ή ψυχική ευελιξία και παρουσιάζει αδυναμία ή απροθυμία να δεχθεί νέες ιδέες, διαφορετικές απόψεις ή αλλαγές στην αντίληψη και τη συμπεριφορά.

Συνώνυμα

κλειστόμυαλος μικρονοϊκός στενόκεφαλος κοντόφθαλμος μικρόψυχος μισαλλόδοξος προκατειλημμένος αδιάλλακτος συντηρητικός κλειστός μονοδιάστατος άκαμπτος μικροπρεπής τετράγωνο κολλημένος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο στενόμυαλος συνάδελφος αρνήθηκε κάθε πρόταση για αλλαγή.
  • Η τοπική κοινωνία έγινε στενόμυαλη απέναντι σε καινούριες ιδέες.
  • Οι στενόμυαλοι πολίτες απορρίπτουν κάθε καινοτομία χωρίς συζήτηση.
  • Η κριτική του ήταν στενόμυαλη, επικεντρώθηκε μόνο σε μικρές λεπτομέρειες.
  • Τον χαρακτήρισαν στενόμυαλο επειδή αρνιόταν να ακούσει άλλες γνώμες.