στεγνότητα
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή ιδιότητα κατά την οποία ένα αντικείμενο, χώρος ή υλικό δεν περιέχει ή περιέχει ελάχιστη ποσότητα υγρασίας ή υγρού, με αποτέλεσμα να είναι ξηρό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η στεγνότητα του εδάφους απειλεί τις καλλιέργειες.
- Η παρατεταμένη στεγνότητα στο δέρμα της προκάλεσε ερεθισμό και σκάσιμο.
- Η στεγνότητα στο στόμα του οφείλεται σε αφυδάτωση.
- Η στεγνότητα του λόγου του έκανε το κείμενο ξηρό και αδιάφορο.
- Η στεγνότητα της βαφής επήλθε μετά από δύο ώρες, οπότε εφαρμόστηκε η δεύτερη στρώση.