ξηρότητα

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή ιδιότητα του να είναι στεγνό ή να περιέχει πολύ μικρή ποσότητα υγρασίας, είτε σε υλικά είτε σε περιβάλλον.

Συνώνυμα

στεγνότητα ξηρασία αφυδάτωση στέγνωμα ξήρανση αποξήρανση ξηροστομία

Αντώνυμα

υγρασία υγρότητα γλυκύτητα δροσιά υδάτωση ιδρώτας μούσκεμα βρεγμάδα μουσκεμάρα υγροποίηση

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ξηρότητα του κλίματος στην περιοχή αυξάνει τον κίνδυνο δασικών πυρκαγιών.
  • Η ξηρότητα του εδάφους έπληξε τη φετινή σοδειά.
  • Η ξηρότητα του δέρματος απαιτεί καθημερινή ενυδάτωση.
  • Η ξηρότητα στο στόμα εμφανίστηκε ως παρενέργεια του φαρμάκου.
  • Η ξηρότητα αυτού του κρασιού αναδεικνύει τις γεύσεις του πιάτου.