ιδρώτας
ουσιαστικό1. Υγρή έκκριση από τους ιδρωτοποιούς αδένες του δέρματος, αποτελούμενη κυρίως από νερό και διαλυμένα άλατα, που παράγεται για τη ρύθμιση της θερμοκρασίας του οργανισμού και την απομάκρυνση ορισμένων προϊόντων του μεταβολισμού.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ιδρώτας έτρεχε από το μέτωπό του μετά τη σκληρή προπόνηση.
- Ο ιδρώτας άφησε κίτρινες κηλίδες στο πουκάμισο.
- Ο ιδρώτας του εργάτη ήταν η χειροπιαστή απόδειξη του μόχθου του.
- Ο ιδρώτας που παρουσίασε μετά τον πυρετό ήταν έντονος και δυσάρεστος.
- Ο ιδρώτας και τα δάκρυα της ομάδας χάρισαν την πολυπόθητη νίκη.