σκότωμα
άλλοΠράξη ή αποτέλεσμα του σκοτώνω, δηλαδή η αφαίρεση της ζωής από άνθρωπο ή ζώο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ανέβασμα με τις βαριές τσάντες ήταν πραγματικό σκότωμα.
- Έκανα ένα σκότωμα στη δουλειά σήμερα και δεν έχω κουράγιο.
- Η κίνηση στην πόλη το πρωί είναι πάντα σκότωμα.
- Αυτό το μάθημα είναι σκότωμα για όσους δεν διάβασαν καθόλου.
- Μέχρι να τελειώσουμε τη μετακόμιση, είχαμε πάθει σκότωμα.