σκηνοθέτης
ουσιαστικό1. Άτομο που επιλέγει, οργανώνει και καθοδηγεί την καλλιτεχνική και τεχνική υλοποίηση θεατρικών, κινηματογραφικών ή τηλεοπτικών έργων, διαμορφώνοντας την ερμηνεία των ηθοποιών, την οπτική γλώσσα και τη συνολική αισθητική του έργου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο σκηνοθέτης έδωσε οδηγίες στους ηθοποιούς πριν την παράσταση.
- Παρακολούθησα συνέντευξη με τον σκηνοθέτη του νέου φιλμ.
- Οι σκηνοθέτες συναντήθηκαν για να συζητήσουν την καινούργια παραγωγή.
- Υποψιαζόμαστε ότι ο ίδιος ήταν ο σκηνοθέτης της πολιτικής προπαγάνδας.
- Στη σχολή θεάτρου, κάθε φοιτητής θέλει να γίνει σκηνοθέτης ή ηθοποιός.