σκήπτρο
ουσιαστικό1. Μακρά, συνήθως διακοσμητική ράβδος που κρατείται από μονάρχη ή άλλη επίσημη αρχή κατά τελετών για να δηλώνει την εξουσία, το κύρος και την επίσημη ιδιότητα του φορέα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο βασιλιάς ύψωσε το σκήπτρο μπροστά στο λαό.
- Το σκήπτρο είναι σύμβολο της εξουσίας του μονάρχη.
- Παρέδωσε το σκήπτρο στον διάδοχο της οικογένειας.
- Η βασίλισσα κρατούσε στο χέρι της ένα χρυσό σκήπτρο κατά τη στέψη.
- Με την παραίτηση του προέδρου, πέρασε το σκήπτρο της διοίκησης σε νέα ηγεσία.