σάκος
ουσιαστικό1. Δοχείο από ύφασμα, πλαστικό, δέρμα ή άλλο υλικό, συνήθως με άνοιγμα στο πάνω μέρος, που χρησιμεύει στην αποθήκευση ή μεταφορά αντικειμένων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έβαλα όλα τα ρούχα στον σάκο πριν φύγουμε.
- Ο πυγμάχος χτυπούσε τον σάκο στο γυμναστήριο.
- Γέμισε τον σάκο με σιτάρι για τη σοδειά.
- Ο σάκος ύπνου ήταν ζεστός και άνετος κατά τη διανυκτέρευση.
- Ο ταχυδρόμος σήκωσε τον σάκο με τις επιστολές.