ραστώνη
ουσιαστικόΚατάσταση χαλαρότητας, ηρεμίας και νωθρής ευχάριστης ξεκούρασης, χωρίς ένταση ή βιασύνη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μεσημέρι μάς τύλιξε μια γλυκιά ραστώνη και κανείς δεν ήθελε να μιλήσει.
- Μετά το φαγητό, ξαπλώσαμε στη σκιά και αφήσαμε τη ραστώνη να μας παρασύρει.
- Η καλοκαιρινή ραστώνη έκανε το χωριό να μοιάζει σχεδόν ακίνητο.
- Δεν είναι ώρα για δουλειά, αλλά για λίγη ραστώνη και ξεκούραση.
- Η απογευματινή ραστώνη του Σαββάτου ήταν τόσο έντονη που αποκοιμήθηκε αμέσως.