ραντάρ

ουσιαστικό

1. Ηλεκτρονικό σύστημα ή συσκευή που εκπέμπει και λαμβάνει ραδιοκύματα για τον εντοπισμό και τον προσδιορισμό της θέσης, της απόστασης και της ταχύτητας αντικειμένων ή στόχων.

Συνώνυμα

ραδιοεντοπιστής ανιχνευτής εντοπιστής ηχοεντοπιστής παρατηρητήριο

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το ραντάρ εντόπισε το αεροσκάφος στα νερά του Αιγαίου.
  • Το μετεωρολογικό ραντάρ προειδοποίησε για την επικείμενη καταιγίδα.
  • Η πρότασή του μπήκε στο ραντάρ της διοίκησης κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης.
  • Ο καλλιτέχνης παρέμεινε εκτός ραντάρ των μέσων για χρόνια.
  • Η αστυνομία χρησιμοποίησε φορητό ραντάρ για να καταγράψει την ταχύτητα των οχημάτων.
  • Τα ραντάρ του λιμένα ελέγχουν την κίνηση των πλοίων τη νύχτα.