ρακή

ουσιαστικό

Αλκοολούχο απόσταγμα που παράγεται από την απόσταξη στεμφύλων σταφυλιού ή άλλων ζυμωμένων πρώτων υλών, και καταναλώνεται κυρίως ως ποτό.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στο τέλος του γεύματος μάς κέρασαν λίγη ρακή.
  • Η κρητική ρακή σερβίρεται συχνά μετά το φαγητό.
  • Έβαλε ένα μικρό ποτηράκι με ρακή στο τραπέζι.
  • Η γιαγιά είπε πως η καλύτερη ρακή φτιάχνεται από καλό σταφύλι.
  • Οι φίλοι τσούγκρισαν τα ποτήρια τους με ρακή.