ραδιόφωνο
ουσιαστικό1. Συσκευή που λαμβάνει, αποκωδικοποιεί και αναπαράγει ήχο μεταδιδόμενο μέσω ραδιοκυμάτων.
2. Μέσο μαζικής επικοινωνίας ή σύστημα εκπομπής που μεταδίδει ραδιοφωνικά προγράμματα, μουσική, ειδήσεις και άλλες ηχητικές εκπομπές.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Άνοιξα το ραδιόφωνο για να ακούσω τα νέα.
- Άκουσα στο ραδιόφωνο ότι θα βρέξει αύριο.
- Το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου χρειάζεται επισκευή.
- Η εκπομπή στο ραδιόφωνο ξεκινάει στις οκτώ.
- Βρήκα ένα παλιό ραδιόφωνο στην αποθήκη.