ράλι
ουσιαστικό1. Αγώνας ταχύτητας σε διαδρομή με στάσεις ή ελέγχους, συνήθως με αυτοκίνητα, μοτοσικλέτες ή ποδήλατα.
2. Μεγάλη και έντονη συγκέντρωση ή εκδήλωση που οργανώνεται γύρω από κάποιο θέμα ή σκοπό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το αυτοκίνητο συμμετείχε σε ένα ράλι στην Κρήτη.
- Το ράλι των τιμών έκανε τα προϊόντα πιο ακριβά.
- Στο τέλος της σεζόν, η ομάδα έκανε ένα εντυπωσιακό ράλι και κέρδισε το πρωτάθλημα.
- Το ράλι της αγοράς ανέβασε τον δείκτη μέσα σε λίγες μέρες.
- Παρακολούθησαν ένα διεθνές ράλι με πολλές ειδικές διαδρομές.