πρώτα

επίρρημα

1. Σε χρονική προτεραιότητα, πριν από κάτι άλλο ή πριν από όλα τα υπόλοιπα.

2. Ως εισαγωγή σε σειρά ενεργειών ή επιχειρημάτων, για να δηλώσει την πρώτη ενέργεια ή το πρώτο σημείο που πρέπει να γίνει ή να ειπωθεί.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Θα φάμε πρώτα και μετά θα πάμε στον κινηματογράφο.
  • Πρέπει πρώτα να διαβάσεις τις οδηγίες πριν ξεκινήσεις.
  • Ακούστε με πρώτα, και μετά αποφασίστε.
  • Ο γιατρός μου είπε να κάνω πρώτα τις εξετάσεις και έπειτα τη θεραπεία.
  • Στα πρώτα στάδια της ασθένειας εμφανίζεται πυρετός και κόπωση.