πρώην

επίθετο

1. Που αναφέρεται σε προηγούμενη κατάσταση, θέση ή ιδιότητα που υπήρχε στο παρελθόν και δεν ισχύει πλέον.

2. Που χαρακτηρίζει πρόσωπο το οποίο στο παρελθόν κατείχε συγκεκριμένο ρόλο ή διατηρούσε σχέση και πλέον δεν τον έχει.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η πρώην σύζυγός του μένει σε άλλη πόλη.
  • Ο πρώην υπουργός ανακοίνωσε την υποψηφιότητά του.
  • Το πρώην εργοστάσιο μετατράπηκε σε εμπορικό κέντρο.
  • Οι πρώην συνάδελφοί του οργανώνουν μια συνάντηση.
  • Την πρώην του συνάντησε τυχαία στο δρόμο.