πρότερα
επίρρημα1. Σε προγενέστερο χρόνο, πριν από ένα συγκεκριμένο σημείο ή γεγονός.
2. Σε παλαιότερη κατάσταση ή φάση σε σχέση με το παρόν.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν είχα πρότερα ενημερωθεί για την αλλαγή.
- Μου είχε πρότερα ανακοινωθεί η απόφαση από το διοικητικό συμβούλιο.
- Είχα πρότερα εργαστεί σε εκείνο το τμήμα.
- Ο καιρός ήταν πρότερα ηλιόλουστος, αλλά τώρα βρέχει.
- Δεν είχε πρότερα συμβεί κάτι ανάλογο στο χωριό.
- Οι ομιλητές είχαν πρότερα προπονήσει την εισήγησή τους πριν τη δημόσια παρουσίαση.