πρόσφατα

επίρρημα

1. Σε χρόνο που απέχει ελάχιστα από το παρόν, πριν λίγο.

2. Κατά τα τελευταία χρονικά διαστήματα, σε πρόσφατες εξελίξεις ή γεγονότα.

Συνώνυμα

μόλις τελευταία νεότερα νωρίτερα προχθές προχτές χθες

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • πρόσφατα αγόρασα ένα βιβλίο που με ενθουσίασε.
  • Έχουμε πρόσφατα αλλάξει το πρόγραμμα της συνάντησης.
  • Το έργο ολοκληρώθηκε πρόσφατα και ήδη λειτουργεί.
  • Μήπως πρόσφατα είδες τον Γιώργο;
  • Η εταιρεία παρουσίασε πρόσφατα τα νέα της προϊόντα.