πρόγνωση

ουσιαστικό

Πρόβλεψη ή εκτίμηση για το πώς θα εξελιχθεί κάτι στο μέλλον, ιδίως με βάση διαθέσιμα στοιχεία ή ενδείξεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η πρόγνωση του καιρού για αύριο είναι ευνοϊκή.
  • Ο γιατρός έδωσε συγκρατημένη πρόγνωση για την πορεία της ασθένειας.
  • Η οικονομική πρόγνωση για το επόμενο έτος παραμένει αβέβαιη.
  • Οι επιστήμονες βασίζονται σε δεδομένα για να βελτιώσουν την πρόγνωση.
  • Η πρόγνωση της ζήτησης βοήθησε την εταιρεία να προγραμματίσει την παραγωγή.