πρωτογονισμός

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή χαρακτηριστικό κοινωνιών, ιδεών ή πρακτικών που εμφανίζουν απλότητα, περιορισμένη τεχνολογική ή πολιτισμική ανάπτυξη και στοιχειώδεις μορφές οργάνωσης και έκφρασης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο πρωτογονισμός των πρώτων κοινωνιών μελετάται εντατικά από ανθρωπολόγους.
  • Στην ιστορία της τέχνης, ο πρωτογονισμός επηρέασε ζωγράφους του 20ού αιώνα.
  • Η έκρηξη βίας αποδόθηκε στον πρωτογονισμό ορισμένων διαδηλωτών.
  • Στη δημόσια συζήτηση επικράτησε ο πρωτογονισμός, και τα επιχειρήματα χάθηκαν.
  • Ο κριτικός επαίνεσε το έργο για τον ακατέργαστο χαρακτήρα του που θυμίζει πρωτογονισμό.