πρωινός
επίθετο1. Που ανήκει ή σχετίζεται με το πρωί, την πρώτη φάση της ημέρας.
2. Που γίνεται ή λαμβάνει χώρα τις πρώτες ώρες της ημέρας.
3. Που ξυπνά νωρίς ή ενεργεί κατά τις πρώτες ώρες της ημέρας.
4. Που προορίζεται για το πρωινό γεύμα ή σχετίζεται με αυτό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πίνω το πρωινό μου πριν φύγω για τη δουλειά.
- Το πρωινό φως μπήκε από το παράθυρο.
- Είναι πρωινός άνθρωπος και γυμνάζεται νωρίς.
- Έχουμε κάθε Δευτέρα μια πρωινή συνάντηση με το τμήμα.
- Οι πρωινοί επισκέπτες μπαίνουν στην έκθεση πρώτοι.