απογευματινός
επίθετο1. Που έχει σχέση με το απόγευμα ή αναφέρεται στην χρονική περίοδο μετά το μεσημέρι και πριν το βράδυ.
2. Που πραγματοποιείται ή ισχύει κατά τις απογευματινές ώρες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έκανα έναν απογευματινό περίπατο στο πάρκο.
- Η απογευματινή εκπομπή ξεκινά στις πέντε.
- Απολαύσαμε το απογευματινό τσάι στον κήπο.
- Οι απογευματινοί μαθητές έμειναν για επιπλέον μάθημα.
- Τα απογευματινά μαθήματα γίνονται στο δεύτερο κτίριο.